Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

ΟΜΙΛΙΑ Κ. ΠΟΥΛΑΚΗ ΣΤΟ "ΚΡΙΣΗ-ΜΟ" ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΤΗΣ "ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ", ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΕΛΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ, ΤΗΝ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ

Στο “κρίση-μο” σεμινάριο της “Πρωτοβουλίας για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας και της Δημοκρατίας”, με θέμα “Επιτελική Διοίκηση – Αποκέντρωση – Αυτοδιοίκηση. Όροι και όρια για την αναθεμελίωση του Διοικητικού Συστήματος” της 27ης Νοεμβρίου 2012, συμμετείχε ως εισηγητής ο Κώστας Πουλάκης. Στην εκδήλωση μίλησαν επίσης οι κ. Γ. Σωτηρέλης (Παν/μιο Αθηνών) και Πάνος Σκοτινιώτης (Δήμαρχος Βόλου), ενώ το συντονισμό της εκδήλωσης είχε ο κ. Θωμάς Μαλούτας (ΕΚΚΕ, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο).
Ακολουθούν τα βίντεο της ομιλίας του Κ. Πουλάκη και της συζήτησης που επακολούθησε μεταξύ των ομιλητών και του κοινού, καθώς και το γραπτό κείμενο της ομιλίας του Κ. Πουλάκη. (Οι παρεμβάσεις των άλλων ομιλητών, βρίσκονται στο site http://www.koinonia-demo.gr).






ΚΩΣΤΑΣ ΠΟΥΛΑΚΗΣ : "Η ΤΟΠΙΚΗ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΣΤΗ 'ΜΝΗΜΟΝΙΑΚΗ' ΕΠΟΧΗ. ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΔΙΕΞΟΔΟΣ"

Α. Εισαγωγή

Φίλες και φίλοι,

Ξεκινώντας την παρέμβασή μου, με θέμα την τοπική και την περιφερειακή αυτοδιοίκηση, θα ήθελα να ορίσω εν συντομία το πλαίσιο εντός του οποίου βρισκόμαστε, δρούμε και σχεδιάζουμε σήμερα.

Θα ήθελα λοιπόν πρώτα απ’ όλα να σημειώσω ότι οι συνέπειες της τρέχουσας κρίσης και της νεοφιλελεύθερης πολιτικής των μνημονίων είναι νομίζω δεδομένο ότι διαμορφώνουν με τρόπο καθοριστικό την ελληνική κοινωνία σε όλες της τις διαστάσεις, από την παραγωγική διάρθρωση και την κοινωνική διαστρωμάτωση, μέχρι τους θεσμούς της, τις αξίες και τον πολιτισμό της. Νομίζω άλλωστε ότι δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η πολύ ενδιαφέρουσα σειρά σεμιναρίων που διοργανώνει η Πρωτοβουλία για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας και της Δημοκρατίας, που φέρει τον τίτλο «Κρίση-μα Σεμινάρια», στην πραγματικότητα έχει αγκαλιάσει μία πολύ μεγάλη ποικιλία θεμάτων, για το σύνολο σχεδόν της δημόσιας ζωής.
Δεν μπορούμε λοιπόν να μιλήσουμε για το σήμερα, αλλά και για το αύριο της αυτοδιοίκησης, αν δεν δούμε πώς επηρέασαν οι νεοφιλελεύθερες επιλογές τον συγκεκριμένο θεσμό.

Β. Ο «Καλλικράτης» ως μνημονιακό πείραμα
στο χώρο της Αυτοδιοίκησης

Είναι μάλλον κοινός τόπος ότι η μνημονιακή πολιτική που ακολουθούν οι κυβερνήσεις μετά τον Απρίλιο του 2010, εκτός όλων των προβλημάτων που δημιούργησε με την αύξηση της ανεργίας, την ύφεση, την οικονομική και ανθρωπιστική κρίση, ανέδειξε και όλα τα προβλήματα της πολιτικού συστήματος και της δημόσιας διοίκησης.
Στο επίπεδο των θεσμών και της δημοκρατίας, οι συνέπειες της νεοφιλελεύθερης αναδίπλωσης εκφράστηκαν μέσα από τη μετάβαση από την κυβέρνηση στη διακυβέρνηση, όπως άλλωστε προβλέπεται και στη στρατηγική της Λισαβόνας, αλλά και στη Λευκή Βίβλο για την Πολυεπίπεδη Διακυβέρνηση της Ε.Ε.
Έτσι, αυτή τη στιγμή η κυρίαρχη κατεύθυνση αφορά στη μετάβαση από την «κυβέρνηση» στη «διακυβέρνηση», μία έννοια που ταυτίζεται με τη μεταβίβαση κρατικής εξουσίας προς τα έξω (με τη διεύρυνση του πεδίου που καταλαμβάνει η οικονομία της αγοράς) ή προς τα κάτω (όπως για παράδειγμα συνέβη με τον «Καλλικράτη»), όχι όμως με όρους πραγματικής αποκέντρωσης, αλλά με τρόπο ώστε η κοινωνική αγανάκτηση να στρέφεται προς την αυτοδιοίκηση.

Στο πλαίσιο αυτό εγγράφεται και ο «Καλλικράτης» και η συνολική κυβερνητική πολιτική για την αυτοδιοίκηση, όπως άλλωστε είχαν επισημάνει πριν την ψήφισή του – χλευαζόμενες τότε – οι δυνάμεις της Αριστεράς.
Θέλω να θυμίσω τι έλεγαν μέχρι πριν από λίγο καιρό οι υποστηρικτές του «Καλλικράτη», για να μπορέσουμε να κάνουμε τη σύγκριση με την κατάσταση που αντιμετωπίζει σήμερα η αυτοδιοίκηση.
Πριν λοιπόν τις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές του 2010, οι τότε ένθερμοι θιασώτες του «Καλλικράτη» – πολλοί εκ των οποίων βρίσκονται και σήμερα, έστω και «μεταμεληθέντες», ανάμεσά μας – έκαναν λόγο για «μια συναρπαστική περιπέτεια» και για την «πιο σημαντική θεσμική  μεταρρύθμιση της μεταπολίτευσης». Μάλιστα, όλοι όσοι από τότε επιχειρούσαμε να καταδείξουμε τη σύνδεση των επιταγών του μνημονίου με τις προβλέψεις του «Καλλικράτη», δεχόμασταν επιθέσεις ότι κινούμαστε με βάση «μικροκομματικές σκοπιμότητες».
Ακόμα όμως και μετά την εμπειρία της εφαρμογής του «Καλλικράτη», και ενώ τα αδιέξοδα που συσσώρευε η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση στην αυτοδιοίκηση είχαν ήδη γίνει απολύτως ορατά, οι ίδιοι επέμεναν στην καλλιέργεια αυταπατών σχετικά με τη συγκεκριμένη μεταρρύθμιση. Θυμίζω ενδεικτικά το κείμενο εργασίας που προέκυψε από τη συνάντηση πέντε δημάρχων στη Θεσσαλονίκη (των κ. Καμίνη, Μπουτάρη, Ιωακειμίδη, Φίλιου, καθώς και του κ. Σκοτινιώτη που βρίσκεται σήμερα μαζί μας). Έλεγαν τότε οι συγκεκριμένοι δήμαρχοι : «Ο “Καλλικράτης”, ενώ παρουσιάζει σημαντικά κενά στον σχεδιασμό, αρκετές δυσκολίες στην εφαρμογή και δυσεπίλυτα προβλήματα στη χρηματοδότηση, στο επίπεδο της συμμετοχής, της χρηστής διοίκησης και της διαφάνειας εισάγει σημαντικές αξιοποιήσιμες δυνατότητες».

Αντίθετα, οι αυτοδιοικητικές δυνάμεις της Αριστεράς είχαν εξ αρχής ταχθεί απολύτως απέναντι στον «Καλλικράτη». Είχαμε τονίσει – και επιμένουμε σε αυτό – ότι ο «Καλλικράτης» δεν «ατύχησε» απλώς, επειδή κλήθηκε να εφαρμοστεί στο δυσμενές περιβάλλον της οικονομικής κρίσης, αλλά αντίθετα οικοδομήθηκε εξαρχής με στόχο να προσαρμόσει τα οικονομικά μεγέθη, τη δομή και τη λειτουργία της αυτοδιοίκησης στο στόχο του «λιγότερου κράτους».
Έτσι, οι αρνητικές συνέπειες του «Καλλικράτη», δεν περιορίστηκαν στο επίπεδο της οικονομικής κατάστασης των ΟΤΑ, λόγω της υποχρηματοδότησης και των περικοπών σε πόρους και προσωπικό που είδαμε και πρόσφατα να συνεχίζονται, με το νέο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής, αλλά και στο δημοκρατικό πλαίσιο λειτουργίας της αυτοδιοίκησης.

Β.1. Οικονομικές συνέπειες του «Καλλικράτη» και των μνημονίων

Η οικονομική ασφυξία των δήμων και των περιφερειών είναι γνωστή. Οι περικοπές πόρων ξεπέρασαν το 60%, ενώ η κατ’ ουσίαν παύση της κρατικής χρηματοδότησης των δημοσίων έργων και το πάγωμα του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων σταμάτησαν τα κατά τόπους έργα. Έτσι, η αυτοδιοίκηση στερείται αυτή τη στιγμή τη δυνατότητα να ανταποκριθεί τόσο στον κοινωνικό όσο και στον αναπτυξιακό της ρόλο. Σε αυτή την κατάσταση και παρά το γεγονός ότι βάσει επίσημων ευρωπαϊκών στοιχείων οι ελληνικοί ΟΤΑ είναι οι λιγότερο χρεωμένοι στην Ευρώπη, έρχονται να προστεθούν οι ρυθμίσεις του Μεσοπρόθεσμου και οι απολύσεις προσωπικού, για να καταφέρουν το τελειωτικό χτύπημα στην αυτοδιοίκηση.
Εξάλλου, ήταν διακηρυγμένος, ήδη από την εισαγωγή του «Καλλικράτη», ο στόχος της δραστικής μείωσης των οικονομικών μεγεθών της αυτοδιοίκησης.

Β.2. Οι θεσμικές και αντιδημοκρατικές συνέπειες του «Καλλικράτη»

Και στο επίπεδο των θεσμών και της δημοκρατικής και αυτοτελούς λειτουργίας της αυτοδιοίκησης, τα τραύματα που επέφερε ο «Καλλικράτης» και το πλέγμα των ρυθμίσεων που ακολούθησαν είναι σοβαρά.
Πρώτο απ’ όλα – όπως έγινε και με το θεσμό της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης – αντί της μεταβίβασης αρμοδιοτήτων σχετικών με ολόκληρους τομείς δράσης στους ΟΤΑ, επιλέχθηκε η επιλεκτική μεταβίβαση αρμοδιοτήτων, οι περισσότερες εκ των οποίων διαχειριστικές και εκτελεστικές των επιλογών της κεντρικής κυβέρνησης, ενώ σχεδόν αμέσως μετά σχεδόν την ψήφιση του «Καλλικράτη», άρχισε η «κοπτοραπτική» επί των αρμοδιοτήτων που αυτός απέδιδε αρχικά στους Δήμους και στις Περιφέρειες. Ενδεικτικά, ως προς τις αποδιδόμενες στις Περιφέρειες αρμοδιότητες, τον «Καλλικράτη» ακολούθησαν 16 διαδοχικές νομοθετικές παρεμβάσεις, που τροποποιούσαν το άρθρο 186 (πρόκειται για τους Νόμους : 3870/2010, 3879/2010, 3889/2010, 3905/2010, 3979/2011, 3996/2011, 4001/2011, 4014/2011, 4018/2011, 4042/2012, 4052/2012, 4056/2012, 4061/2012, 4070/2012, 4071/2012 και 4089/2012).

Ειδικότερα δε, ως προς το θεσμικό και δημοκρατικό πλαίσιο λειτουργίας της αιρετής Περιφέρειας, θα ήθελα κωδικοποιημένα να σας παρουσιάσω τα προβλήματα που προκάλεσε ο «Καλλικράτης», και δη σε έναν θεσμό τελείως νέο, που δεν βαρύνονταν με παθογένειες του παρελθόντος. Υιοθετώντας, λοιπόν, κατ’ αρχήν μία νεοφιλελεύθερη και αντιδημοκρατική κατ’ ουσίαν προσέγγιση – και παρά τις αντίθετες διακηρύξεις που μπορεί να διατυπώθηκαν σε πολιτικό επίπεδο – ο «Καλλικράτης» έχει δημιουργήσει για την αιρετή Περιφέρεια ένα θεσμικό πλαίσιο που πάσχει πολλαπλά :
1ον. Ως προς τη δημοκρατική του λειτουργία. Συγκεκριμένα, αρχής γενομένης από το εκλογικό σύστημα, με τη συγκρότηση του Περιφερειακού Συμβουλίου βάσει πλειοψηφικού εκλογικού συστήματος, με τον πρώτο συνδυασμό να λαμβάνει τα 3/5 των εδρών, ολόκληρο το σύστημα διακυβέρνησης της αιρετής Περιφέρειας εδράζεται σε αυτή την τεχνητά διαμορφούμενη ευρεία πλειοψηφία, ενώ ο τρόπος εσωτερικής κατανομής των αρμοδιοτήτων είναι εξαιρετικά συγκεντρωτικός υπέρ του Περιφερειάρχη, τη στιγμή που οι αρμοδιότητες του συλλογικού και δημοκρατικά νομιμοποιημένου οργάνου, του Περιφερειακού Συμβουλίου, περιορίζονται σημαντικά, προς όφελος ατομικών οργάνων ή οργάνων με μη αναλογική συγκρότηση. Εξάλλου, και η ίδια η λειτουργία του Περιφερειακού Συμβουλίου πραγματοποιείται υπό το καθεστώς ενός εξαιρετικά ασφυκτικού κανονισμού λειτουργίας του Π.Σ., ο οποίος εκδόθηκε ως κανονισμός-πρότυπο από το Υπουργείο Εσωτερικών και υιοθετήθηκε σχεδόν αυτούσιος σε όλα τα Περιφερειακά Συμβούλια, ενώ το σύστημα διακυβέρνησης που θεσπίζεται με τον «Καλλικράτη» αγνοεί παντελώς σχεδόν το ρόλο, καθώς και τη συλλογική λειτουργία των περιφερειακών παρατάξεων.
2ον. Ως προς την αποτελεσματικότητά του, το θεσμικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε για την αιρετή περιφέρεια είναι εξαιρετικά αναποτελεσματικό, αφού όχι μόνο δεν μείωσε τη γραφειοκρατία, αλλά αντίθετα πρόσθεσε σημαντική αβεβαιότητα ως προς τις αρμοδιότητες, τις προϋποθέσεις νομιμότητας κ.λπ. Παράλληλα, με δεδομένο ότι η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση πραγματοποιήθηκε εντός του πλαισίου και των προδιαγραφών των μνημονιακών επιταγών, οι αλλαγές του «Καλλικράτη» δεν συνδυάστηκαν με την ενίσχυση της νέας αιρετής Περιφέρειας με πόρους, υλικοτεχνική υποδομή (ιδίως τεχνολογικό εξοπλισμό) και προσωπικό, με αποτέλεσμα να μην βελτιωθεί καθόλου η αποδοτικότητα των περιφερειακών υπηρεσιών.
3ον. Ως προς τη διαφάνεια και τη δημόσια λογοδοσία, το αίτημα αυτό αντιμετωπίστηκε – όπως και στο επίπεδο συνολικά της δημόσιας διοίκησης και του κράτους – με τρόπο τυπολατρικό και συχνά υποκριτικό. Η επέκταση της ηλεκτρονικής ανάρτησης των αποφάσεων μέσω του προγράμματος «Διαύγεια», καθώς και η δημόσια ετήσια συνεδρίαση για τον απολογισμό των πεπραγμένων των Περιφερειακών Αρχών, ελάχιστα έχουν συμβάλλει στη διαφανή λειτουργία της αιρετής Περιφέρειας, αφού η παραβίαση των σχετικών υποχρεώσεων ουσιαστικά δεν ελέγχεται και δεν έχει επιφέρει μέχρι σήμερα καμία έννομη συνέπεια.
4ον. Ως προς τη συμμετοχή των πολιτών, θα παρατηρήσω μόνο ότι από τις ρυθμίσεις σχετικά με τη λειτουργία της αιρετής Περιφέρειας απουσιάζει παντελώς το στοιχείο της κοινωνικής συμμετοχής, παρά την κατά τεκμήριο μεγαλύτερη υποτίθεται εγγύτητα του θεσμού της Αυτοδιοίκησης στους πολίτες. Συγκεκριμένα, η παρουσία και η συμμετοχή των εκπροσώπων των τοπικών φορέων ή και μεμονωμένων πολιτών στις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων είναι μόνο δυνητική, ενώ δεν υπάρχει ούτε σε επίπεδο Περιφέρειας ούτε και σε χαμηλότερο επίπεδο (λ.χ. Περιφερειακής Ενότητας) πρόβλεψη για ανοιχτές συμμετοχικές διαδικασίες, συνελεύσεις, διαβουλεύσεις κ.λπ. Περαιτέρω, ακόμα και οι ρυθμίσεις που υποτίθεται – σύμφωνα και με τους υπερασπιστές του «Καλλικράτη» – ότι εισήγαγαν θετικές δημοκρατικές παρεμβάσεις, όπως ο θεσμός του Περιφερειακού Συμπαραστάτη του Πολίτη και της Περιφερειακής Επιτροπής Διαβούλευσης, σχεδιάστηκαν κατά τέτοιο τρόπο ώστε ήταν απολύτως προεξοφλημένη η αποτυχία τους, η υποβάθμισή τους και το αδιέξοδο που αντιμετώπισαν.
5ον. Ως προς τον ουσιαστικό και αυτοδιοικητικό χαρακτήρα της Περιφέρειας, θα έλεγα – έχοντας, όπως και ο κ. Σκοτινιώτης (και απορώ γιατί δεν διείδε τους κινδύνους και επέλεξε να ταυτιστεί με τις πολιτικές επιλογές της τότε κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ) την εμπειρία της πρώτης Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης – ότι η αιρετή Περιφέρεια ομοιάζει «επικίνδυνα» με τις καταργηθείσες Νομαρχίες. Τόσο οι αρμοδιότητες όσο και – κυρίως – ο προβλεπόμενος από το νόμο τρόπος λειτουργίας της αιρετής Περιφέρειας θυμίζει έντονα το θεσμό της Νομαρχίας και προδιαγράφει ένα ανάλογο μέλλον απαξίωσης και εκφυλισμού και για το νέο θεσμό, εάν δεν αλλάξει ριζικά το πλαίσιο λειτουργίας του.
Η πολυδιάσπαση και ο διαχειριστικός χαρακτήρας των αρμοδιοτήτων, ο ασφυκτικός έλεγχος των κρατικών Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, η επικάλυψη αρμοδιοτήτων μεταξύ κεντρικής διοίκησης, αποκεντρωμένης διοίκησης, περιφέρειας και δήμου, έχει συνηθέστερα ως αποτέλεσμα την μετατροπή των αιρετών Περιφερειών σε απλούς ιμάντες μεταβίβασης των κατευθύνσεων του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργείου.
Τη χαριστική δε βολή στη διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια των ΟΤΑ ήρθε να δώσει η – από κάθε άποψη αντισυνταγματική – θέσπιση από το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο του Παρατηρητηρίου Οικονομικής Αυτοτέλειας των ΟΤΑ, με το οποίο : (α) Προβλέπεται η συνεχής και σε μηνιαία βάση παρακολούθηση της εκτέλεσης των προϋπολογισμών των ΟΤΑ και των νομικών τους προσώπων. (β) Οι ΟΤΑ και τα νομικά τους πρόσωπα εντάσσονται στο Μητρώο των Φορέων Γενικής Κυβέρνησης. (γ) Ο διενεργούμενος επί τον ΟΤΑ έλεγχος εκφεύγει των ορίων του εκ των υστέρων ελέγχου αποκλειστικά και μόνο νομιμότητας των πράξεών τους και καλύπτει και την οικονομική τους διαχείριση. (δ) Ο προβλεπόμενος έλεγχος διενεργείται όχι μόνο με βάση τον προϋπολογισμό (ο οποίος είναι συγκεκριμένος ως προς τις προβλέψεις του), αλλά και με βάση τα ετήσια προγράμματα δράσης και τα πενταετή επιχειρησιακά προγράμματα των ΟΤΑ, τα οποία υποτίθεται ότι περιέχουν κατευθύνσεις στρατηγικού χαρακτήρα και όχι πρόβλεψη συγκεκριμένων δαπανών ανά κωδικό, επομένως τυχόν έλεγχος επ’ αυτών συνιστά έλεγχο σκοπιμότητας. (ε) Προβλέπεται – σε περίπτωση σοβαρής απόκλισης σε σχέση με τους στόχους – η υποχρεωτική υπαγωγή των ΟΤΑ σε προγράμματα εξυγίανσης, η οποία συνεπάγεται και συγκεκριμένες υποχρεωτικές παρεμβάσεις, με αποτέλεσμα την υποκατάσταση του θεσπιζόμενου Παρατηρητηρίου στη θέση των ΟΤΑ για τη λήψη κρίσιμων αποφάσεων για τοπικά ζητήματα.
6ον. Ως προς την αναπτυξιακή, τέλος, λειτουργία της αιρετής Περιφέρειας, έχει αποδειχθεί ότι οι δυνατότητες της αιρετής Περιφέρειας να σχεδιάσει πραγματικά και δημοκρατικά την αναπτυξιακή προοπτική της περιοχής της είναι εξαιρετικά περιορισμένες για λόγους που δεν άπτονται μόνο του «Καλλικράτη» και του θεσμικού πλαισίου που αυτός δημιούργησε, αλλά σχετίζονται άμεσα και με τον τρόπο που οικοδομήθηκε και αντιμετωπίστηκε συνολικά και διαχρονικά στην Ελλάδα η διαχείριση των κοινοτικών προγραμμάτων. Συγκεκριμένα, παρά τα έκτακτα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα που δημιούργησε η κρίση και η διαχείρισή της, ο εξαγγελθείς επανασχεδιασμός των δράσεων του ΕΣΠΑ 2007-2013 δεν έγινε ποτέ, ενώ το πλαίσιο που διαμορφώνεται για το νέο Σύμφωνο Εταιρικής Σχέσης 2014-2020 κινείται σε ακόμα πιο αρνητική κατεύθυνση, λόγω των όρων και των προϋποθέσεων που τίθενται.
Επιπλέον, όπως αποδείχθηκε και από τα πρόσφατα ψηφισθέντα μέτρα του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου 2013-2016, ακόμα και η πρόβλεψη για την κατάρτιση από κάθε Περιφέρεια πενταετούς Επιχειρησιακού Σχεδίου, στην πραγματικότητα δεν έχει στόχο το συλλογικό, δημοκρατικό αναπτυξιακό σχεδιασμό, αλλά τον έλεγχο και τη χειραγώγηση της οικονομικής διαχείρισης των ΟΤΑ, με βάση το καθεστώς οικονομικής «επιτήρησής» τους.
Εξάλλου, η διαιώνιση της τεχνοκρατικής και διεκπεραιωτικής λογικής που διέπει την κατάρτιση των προβλεπόμενων Σχεδίων, στην ουσία δεν επιτρέπει μία κατ’ ουσίαν συζήτηση επί του υιοθετούμενου αναπτυξιακού υποδείγματος και του «οράματος» για το μέλλον κάθε περιοχής, αλλά αντιμετωπίζεται – από τη στιγμή που το θεσμικό πλαίσιο προβλέπει την τελείως περιθωριακή συμμετοχή του Περιφερειακού Συμβουλίου και τη μηδαμινή συμμετοχή των φορέων και των πολιτών – ως μία απλή τυπική υποχρέωση από τις Περιφερειακές Αρχές.

Γ. Η ανάγκη ριζικής αναμόρφωσης του συστήματος
δημόσιας διοίκησης και της αυτοδιοίκησης

Με βάση όλες τις παραπάνω παθογένειες που περιέγραψα αναλυτικά σχετικά με την εφαρμογή του «Καλλικράτη» στο επίπεδο της περιφερειακής αυτοδιοίκησης, προκύπτει ευθέως η ανάγκη ριζικής αναμόρφωσης της αυτοδιοίκησης. Θα έλεγα ωστόσο, ότι στην ουσία είναι το ίδιο το πολιτικό σύστημα και η δημόσια διοίκηση  στο σύνολό τους που είναι αποτέλεσμα του δικομματισμού που λειτούργησε στην χώρα μας μετά την μεταπολίτευση και που – όπως αποδείχθηκε από την όξυνση των αντιθέσεων και των προβλημάτων το διάστημα των τριών τελευταίων χρόνων – έχει προκαλέσει την απογοήτευση και την αποστασιοποίηση των πολιτών. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι το κίνημα των αγανακτισμένων, το οποίο βρέθηκε σε άνοδο την εποχή της ψήφισης του 2ου μνημονίου, δεν έθεσε μόνο οικονομικά αιτήματα, αλλά αντίθετα είχε ως κεντρικό του άξονα τα ζητήματα της δημοκρατίας. Χρειάζεται λοιπόν συνολική πολιτική ανατροπή του πολιτικού και θεσμικού οικοδομήματος που δημιούργησε ο δικομματισμός.

Δ. Η πρόταση της ριζοσπαστικής Αριστεράς

Η εναλλακτική απάντηση στο ερώτημα «τι δημόσια διοίκηση θέλουμε», δεν μπορεί να είναι τεχνοκρατική. Διέρχεται από την απάντηση στο ερώτημα «τι πολιτική θέλουμε», αλλά και «ποιες είναι οι πολιτικές δυνάμεις που μπορούν να την εφαρμόσουν».
Εάν λοιπόν η απάντηση στο ερώτημα «τι πολιτική θέλουμε» κινείται πάνω στους άξονες της εμβάθυνσης της πραγματικής δημοκρατίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της αναδιανομής του παραγόμενου πλούτου, της αλλαγής του μοντέλου παραγωγής και κατανάλωσης με όρους κοινωνικού ελέγχου και οφέλους, της περιβαλλοντικά και κοινωνικά δίκαιης ανάπτυξης στη θέση της μεγέθυνσης, της πραγματικής διαφάνειας και της δημόσιας λογοδοσίας και αν η απάντηση στην ερώτηση «ποιες πολιτικές δυνάμεις μπορούν να εφαρμόσουν την πολιτική αυτή» εξαιρεί για προφανείς λόγους τις πολιτικές πρακτικές και τις πολιτικές δυνάμεις που μας έφεραν σε αυτό το σημείο, μπορούμε νομίζω να ανιχνεύσουμε και τις βασικές κατευθύνσεις στις οποίες θα πρέπει να κινηθεί η συνολική και ριζική αναμόρφωση της δημόσιας διοίκησης, της αποκέντρωσης και της αυτοδιοίκησης.

Η αποκέντρωση, η μεταφορά αρμοδιοτήτων και εξουσίας στην περιφέρεια, δηλαδή στο εγγύτερο επίπεδο στον πολίτη, δεν μπορεί να έχει ουσιαστικό νόημα, εάν δεν γίνει με όρους ισοδυναμίας προς την κεντρική εξουσία και χωρίς ιεράρχηση του ανώτερου και του κατώτερου επιπέδου εξουσίας. Ομοίως, δεν μπορεί, ιδίως στην Ελλάδα, η αποκέντρωση να παραβλέπει τις πολλαπλές γεωγραφικές ιδιομορφίες της χώρας, ενώ έχει δημοκρατικό περιεχόμενο μόνο όταν το τεκμήριο της αρμοδιότητας των ΟΤΑ για τις τοπικές υποθέσεις, δεν διακηρύσσεται απλώς αλλά ισχύει στην πράξη, ως προς την κατανομή των αρμοδιοτήτων.
Απέναντι στον υπάρχοντα συγκεντρωτισμό της κεντρικής εξουσίας, που τυπικά μόνο μεταβιβάζει αρμοδιότητες χωρίς πόρους και χωρίς αντίκρισμα, η εναλλακτική πρόταση συμπυκνώνεται νομίζω στο εξής : Οι πολίτες να είναι συνέταιροι στην διακυβέρνηση της χώρας, αν θέλουμε πραγματικά να προσφέρουν με τον πλούτο των δυνατοτήτων τους στην ανάπτυξη.
Συνοπτικά, λοιπόν, μία εναλλακτική αντίληψη για την αποκέντρωση και την αυτοδιοίκηση (με αντίστοιχες αρχές, εννοείται και στο επίπεδο της κεντρικής κρατικής εξουσίας), θα πρέπει να κινείται σε τέσσερις άξονες : (α) Ενίσχυση της αυτονομίας και του ουσιαστικού αυτοδιοικητικού χαρακτήρα, (β) Δημοκρατία – Διαφάνεια – Συμμετοχή, (γ) Ανάπτυξη – Κοινωνική Δικαιοσύνη, (δ)Καλλιέργεια κοινωνικής συνείδησης στην κατεύθυνση του «σκεφτόμαστε παγκόσμια, δρούμε τοπικά» και άρση των τοπικών ανισοτήτων.
Αναλυτικά, και με βάση τις αντίστοιχες αδυναμίες που επισημάνθηκαν ανωτέρω, νομίζω ότι είναι αναγκαίες ορισμένες παρεμβάσεις στις εξής κατευθύνσεις :
1ον. Για την εμβάθυνση της δημοκρατικής λειτουργίας. Ενδεικτικά, αναγκαία είναι η αλλαγή του εκλογικού συστήματος επί το αναλογικότερο, το προβάδισμα των συλλογικών και αναλογικά συγκροτούμενων οργάνων και η θέσπιση κανονισμών λειτουργίας των οργάνων αυτών με στόχο τον πλουραλισμό, τη δημοκρατία και το άνοιγμα προς την κοινωνία.
2ον. Για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας, είναι απαραίτητη η κατάργηση των επάλληλων και αλληλοεπικαλυπτόμενων διοικητικών βαθμών (όπως λ.χ. η περίπτωση της Αποκεντρωμένης Διοίκησης), καθώς και η κωδικοποίηση του συνόλου της νομοθεσίας που αφορά τους επιμέρους τομείς της δημόσιας διοίκησης και της αυτοδιοίκησης.
3ον. Για την πραγματική εφαρμογή της διαφάνειας και της δημόσιας λογοδοσίας, δεν αρκούν οι μέχρι σήμερα τυπολατρικές ρυθμίσεις, αλλά απαιτείται η διεύρυνση της δυνατότητας ελέγχου των διοικητικών και αυτοδιοικητικών αρχών τόσο από τις παρατάξεις των συλλογικών οργάνων, όσο και με πρωτοβουλία των συλλογικοτήτων των πολιτών ή και μεμονωμένων ατόμων, η πρόβλεψη θεσμικού (και ανεξάρτητου από την κρατική εξουσία) μηχανισμού ελέγχου των αποκεντρωμένων υπηρεσιών και των ΟΤΑ.
4ον. Για την εξασφάλιση της πραγματικής συμμετοχής των πολιτών, υπάρχει η δυνατότητα μίας σειράς μέτρων και πρωτοβουλιών, από τη θέσπιση υποχρεωτικών λαϊκών συνελεύσεων και δημοψηφισμάτων, την θεσμοποίηση του γνωμοδοτικού ρόλου των κοινωνικών και επιστημονικών φορέων κάθε περιοχής, μέχρι το συμμετοχικό προϋπολογισμό.
5ον. Για τον ουσιαστικό αποκεντρωμένο ή αυτοδιοικητικό χαρακτήρα, απαιτείται η πραγματική εφαρμογή του τεκμηρίου της αρμοδιότητας των ΟΤΑ και των αποκεντρωμένων υπηρεσιών για τις τοπικές υποθέσεις, η μεταβίβαση του μέγιστου δυνατού αριθμού αρμοδιοτήτων (με βάση την αρχή ότι κάθε αρμοδιότητα ασκείται από τον κατώτερο οργανισμό που μπορεί να την ασκήσει), με παράλληλη μεταβίβαση των σχετικών πόρων, ανθρώπινου δυναμικού, τεχνικού εξοπλισμού κ.λπ.

Κλείνοντας και έχοντας επίγνωση ότι μόνο εν μέρει έχει κανείς τη δυνατότητα να παρουσιάσει το σύνολο της προβληματικής που τίθεται σε σχέση με το τόσο κρίσιμο ζήτημα του σημερινού μας σεμιναρίου, θα ήθελα να επισημάνω αυτό που κατά τη γνώμη μου είναι το κομβικό ζήτημα που πρέπει να προκύψει – τουλάχιστον αυτό – ως κατακλείδα από την σημερινή μας συζήτηση. Είναι γεγονός ότι τα αδιέξοδα, η πίεση και η όξυνση των αντιθέσεων που προκάλεσε η οικονομική κρίση και οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές που επιστρατεύτηκαν για την αντιμετώπισή της ανέδειξαν τα κενά, τα λάθη και τις στρεβλώσεις που επισώρευσε στο πολιτικό σύστημα, το κράτους, τους θεσμούς, τη δημόσια διοίκηση και την αυτοδιοίκηση η δικομματική διακυβέρνηση της χώρας από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Θα έλεγα, ωστόσο, ότι στην πραγματικότητα δεν είμαστε αντιμέτωποι με το «τέλος της Μεταπολίτευσης», όπως συχνά λέγεται, με μία δόση μάλιστα κακίας και εκδικητικής διάθεσης έναντι της ιστορικής αυτής περιόδου. Αντίθετα, βρισκόμαστε, σχεδόν 40 χρόνια μετά, αντιμέτωποι με τα ίδια αιτήματα της Μεταπολίτευσης, τα οποία χειραγώγησαν, διαστρέβλωσαν και ποδοπάτησαν όσοι σήμερα επιζητούν, δήθεν «εξαγνισμένοι», να μας ξανασώσουν. Και τα αιτήματα αυτά δεν είναι άλλα από τον πραγματικό εκσυγχρονισμό και εκδημοκρατισμό της πολιτικής ζωής της χώρας. Επομένως, η αναμόρφωση του κράτους, της δημόσιας διοίκησης, της αποκέντρωσης και της αυτοδιοίκησης, δεν μπορεί νομίζω παρά να πραγματοποιηθεί μέσα από μία συνολική ρήξη με πρόσωπα και πρακτικές της προηγούμενης περιόδου.

Σας ευχαριστώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου