Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΔΑΝΑΗΣ ΚΟΛΤΣΙΔΑ ΣΤΗ ΔΙΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ Ν.Ε. ΒΟΡΕΙΑΣ ΑΘΗΝΑΣ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ (8-9/3/2014) ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΜΕ ΘΕΜΑ : "Θεσμικό πλαίσιο των δευτεροβάθμιων ΟΤΑ"

Θεσμικό πλαίσιο των δευτεροβάθμιων ΟΤΑ

*Βλ. τις διαφάνειες (slides) ην παρουσίαση της ομιλίας εδώ.
Α. Εισαγωγικά

Συντρόφισσες και σύντροφοι,
Αφού ευχαριστήσω τους διοργανωτές της σημερινής και αυριανής διημερίδας για την πρόσκληση, θα ήθελα να πω κατ' αρχήν ότι η πρωτοβουλία της Ν.Ε. Βόρειας Αθήνας για τη διοργάνωση μίας επιμορφωτικής και πολιτικής διημερίδας σχετικά με την Αυτοδιοίκηση είναι εξαιρετικά σημαντική, θα μπορούσε μάλιστα να αποτελέσει υπόδειγμα και για άλλες οργανώσεις είτε της Αττικής είτε πανελλαδικά.
Πράγματι, η Αυτοδιοίκηση υπήρξε διαχρονικά για την Αριστερά σημαντικό πεδίο παρέμβασης και δράσης. Ειδικά δε στο πλαίσιο της τρέχουσας κρίσης και των συνθηκών που έχουν διαμορφώσει οι ακραία νεοφιλελεύθερες μνημονιακές πολιτικές, η σημασία της συζήτησης για τα συσσωρευμένα προβλήματά της, αλλά και το ρόλο που μπορεί και πρέπει να παίξει η Αυτοδιοίκηση είναι ακόμη μεγαλύτερη.
Από την πλευρά μου, όπως θα έχετε ήδη δει στο πρόγραμμα της διημερίδας, θα αναφερθώ στο θεσμικό πλαίσιο που διέπει το δεύτερο βαθμό αυτοδιοίκησης, σε σχέση με τη συγκρότησή του, τα όργανα διοίκησης και τις αρμοδιότητές τους. Ασφαλώς, δεν είναι δυνατόν να προχωρήσω σε εξαντλητική παρουσίαση όλου του πλέγματος διοίκησης και λειτουργίας μιας Περιφέρειας στο πλαίσιο μία αναγκαστικά σύντομης παρέμβασης, επομένως θα προσπαθήσω να δώσω το βασικό περίγραμμα, το στίγμα, το χαρακτήρα και τις βασικές δομές και αρμοδιότητες της δευτεροβάθμιας αυτοδιοίκησης.


Β. Η δευτεροβάθμια αυτοδιοίκηση – Μικρό ιστορικό

Πριν μπω ωστόσο στο κυρίως μέρος της ανάλυσής μου, επιτρέψτε μου να υπενθυμίσω με δύο λόγια την ιστορική διαδρομή της δευτεροβάθμιας αυτοδιοίκησης στην Ελλάδα, καθώς έχω τη γνώμη ότι αυτή μας βοηθά να καταλάβουμε πολλές από τις παθογένειες που απαντώνται μέχρι και σήμερα στο χώρο αυτό.
Το πρώτο, λοιπόν, που θα πρέπει να έχει κανείς κατά νου όταν μιλά για τη δευτεροβάθμια αυτοδιοίκηση είναι ότι αυτή αποτέλεσε διαχρονικό αίτημα των δημοκρατικών και προοδευτικών πολιτών, το οποίο ικανοποιήθηκε, τουλάχιστον εν μέρει, με πολύ μεγάλη καθυστέρηση, όταν θεσπίστηκε η αιρετή Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση το 1994. Μάλιστα, η συνταγματική κατοχύρωση της δευτεροβάθμιας αυτοδιοίκησης καθυστέρησε ακόμα περισσότερο, αφού έλαβε χώρα μόλις με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001.
Το δεύτερο στοιχείο, το οποίο είναι απολύτως συναφές με το πρώτο, έχει να κάνει με μια ορισμένη δυσπιστία της μέχρι σήμερα κυρίαρχης κεντρικής πολιτικής αντίληψης απέναντι στο θεσμό, η ουσιαστική ολοκλήρωση του οποίου, από θεσμική και όχι μόνο πλευρά, δεν επήλθε ποτέ. Αντίθετα μάλιστα, ο θεσμός των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων ξεκίνησε να “ξηλώνεται” λίγους μόνο μήνες μετά την καθιέρωσή του, από την ίδια κυβέρνηση που τον είχε θεσπίσει.
Το τρίτο στοιχείο, που θα πρέπει να θεωρηθεί, τουλάχιστον ως ένα βαθμό αποτέλεσμα των δύο πρώτων, έχει να κάνει με τη γεωγραφική και κυρίως ουσιαστική αποξένωση των πολιτών από το συγκεκριμένο θεσμό. Πράγματι, διαχρονικά το ενδιαφέρον των πολιτών στρεφόταν περισσότερο προς το Δήμο τους και πολύ λιγότερο προς την αντίστοιχη Νομαρχία.

Η δε θέσπιση το 2010 με τον “Καλλικράτη” της αιρετής Περιφέρειας ως δευτεροβάθμιας αυτοδιοίκησης στη θέση των Νομαρχιών που καταργήθηκαν δυστυχώς δεν ανέτρεψε τα παραπάνω δεδομένα.
Η αιρετή Περιφέρεια υπήρξε ένας νέος θεσμός, που υπό άλλες συνθήκες και με διαφορετική πολιτική προσέγγιση θα μπορούσε να έχει μία δυναμική, ριζοσπαστική, φρέσκια εκκίνηση. Ωστόσο, αφ' ενός μεν οι πολιτικές επιλογές της τότε κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και αργότερα του συνόλου των μνημονιακών κυβερνήσεων, αφ' ετέρου δε η απολύτως διαχειριστική και ενσωματωμένη στην κυρίαρχη κυβερνητική αντίληψη τακτική των νυν περιφερειαρχών της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, υπονόμευσαν πλήρως τη δυνατότητα αυτή. Κληροδότησαν στην αιρετή Περιφέρεια πολλές από τις παθογένειες της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης.
Έτσι, παρά το γεγονός ότι τα εισηγητικά κείμενα του “Καλλικράτη” μιλούσαν για δεκατρία “μικρά κοινοβούλια”, σήμερα οι Περιφέρειες της χώρας βρίσκονται και πάλι αντιμέτωπες με το φάντασμα της συγκεντρωτικής και γραφειοκρατικής λειτουργίας, της άσκησης αποσπασματικών και διαχειριστικών αρμοδιοτήτων και, όπως είναι φυσικό επακόλουθο, της πλήρους απομάκρυνσης από τους πολίτες, η οποία δεν είναι μόνο γεωγραφική, αλλά πρωτίστως ουσιαστική.

Γ. Η δική μας προσέγγιση της αιρετής Περιφέρειας.

Όπως είναι, λοιπόν, προφανές, το έργο των δυνάμεων της Αριστεράς που δραστηριοποιούνται στη δευτεροβάθμια αυτοδιοίκηση αποτελεί ακόμα μεγαλύτερη πρόκληση, αφού αντικειμενικά είναι το δικό μας στοίχημα να φέρουμε το θεσμό στη θέση που του αξίζει, αναβαθμίζοντας τον πολιτικό του ρόλο, εμβαθύνοντας την παρουσία του στην καθημερινότητα των πολιτών, δημιουργώντας συνθήκες ουσιαστικής δημοκρατικής συμμετοχής και, κυρίως, προσδίδοντάς του ουσιαστικό αυτοδιοικητικό περιεχόμενο.
Και τη μάχη της δευτεροβάθμιας αυτοδιοίκησης τη δίνουμε ως ΣΥΡΙΖΑ σε δύο επίπεδα. Το πρώτο έχει να κάνει με την κριτική μας στον “Καλλικράτη”, τη δέσμευσή μας για τη ριζική ανατροπή του από την κυβέρνηση της Αριστεράς και την εναλλακτική μας αντιπρόταση για το νέο θεσμικό πλαίσιο της αιρετής Περιφέρειας.
Το δεύτερο όμως – το οποίο είναι αυτό που αφορά, πιστεύω, περισσότερο τη σημερινή μας συνάντηση – σχετίζεται με το ρόλο και τις δυνατότητες που έχουν οι αιρετοί της Αριστεράς, πολιτευόμενοι τελείως διαφορετικά από τις νυν Περιφερειακές Αρχές, να αναζωογονήσουν και οι ίδιοι με τη δράση τους το θεσμό, ακόμα και σε αυτό το ασφυκτικό θεσμικό πλαίσιο.
Η κριτική που κάνουμε στο υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο, όπως την υπαινίχθηκα ήδη και θα την παρουσιάσω και αναλυτικά στη συνέχεια, δεν σημαίνει ότι πρέπει και εμείς μοιρολατρικά να αποδεχθούμε ότι η δευτεροβάθμια αυτοδιοίκηση είναι μια χαμένη υπόθεση.
Το αντιδραστικό και νεοφιλελεύθερο θεσμικό πλαίσιο που διαμόρφωσε ο “Καλλικράτης” δεν αθωώνει τους νυν Περιφερειάρχες. Είναι στο χέρι μας να αναδείξουμε τις ευθύνες τους για όσα έκαναν, αλλά και για όσα δεν έκαναν και να αποδείξουμε ότι – ακόμα και σήμερα, στις σημερινές οικονομικές, αλλά και θεσμικές συνθήκες – υπάρχει περιθώριο άσκησης διαφορετικής πολιτικής, με ριζοσπαστικά, αγωνιστικά, προοδευτικά, δημοκρατικά χαρακτηριστικά στις Περιφέρειες της χώρας.
Η αρχή με βάση την οποία πρέπει να πορευτούμε και κατά την προεκλογική περίοδο και στη συνέχεια, είτε βρεθούμε στη διοίκηση των Περιφερειών – όπως είμαι σίγουρη ότι θα συμβεί εδώ στην Αττική – είτε βρεθούμε στην αντιπολίτευση, είναι κατά τη γνώμη μου η εξής : “Ό,τι δεν απαγορεύεται, επιτρέπεται”.
Την αρχή αυτή εφαρμόσαμε από το 2010 μέχρι και σήμερα στο πλαίσιο της περιφερειακής μας παράταξης στη Θεσσαλία – και ας με συγχωρήσει ο σ. Πουλάκης που “δανείστηκα” την τότε ιδέα του. Τι σηματοδοτεί η αρχή αυτή; Σηματοδοτεί την άρνησή μας να εγκλωβιστούμε κι εμείς σε μία διαχειριστική λογική του ασφυκτικού θεσμικού πλαισίου του “Καλλικράτη”. Σηματοδοτεί τη βούλησή μας να μην εκτελούμε απλά τις εντολές και κατευθύνσεις των επιμέρους Υπουργείων, ως αυριανές Περιφερειακές Αρχές, να μην διεκπεραιώνουμε απλώς διάφορες τρέχουσες διοικητικές υποθέσεις, όπως υπαγορεύει ο νόμος. Σηματοδοτεί τη βούλησή μας να ασκήσουμε πραγματική περιφερειακή πολιτική, να βγάλουμε τους Περιφερειάρχες από τα γραφεία τους και τις αίθουσες συσκέψεων και να τους φέρουμε δίπλα στους πολίτες, όχι μόνο σε θέματα αρμοδιότητας της Περιφέρειας, αλλά και απέναντι στην καταπάτηση των δικαιωμάτων τους από το κεντρικό Κράτος ή δίπλα στις προσπάθειές τους για δημιουργία, για βελτίωση των όρων της ζωής τους, ατομικά και συλλογικά.
Ό,τι, λοιπόν, δεν απαγορεύεται, επιτρέπεται. Έτσι πρέπει νομίζω να “διαβάσουμε” τον “Καλλικράτη” κι έτσι πρέπει να πορευτούν οι Περιφερειάρχες, οι Αντιπεριφερειάρχες και Περιφερειακοί μας Σύμβουλοι και πριν και μετά τις εκλογές.
Δ. Βασικά θεσμικά χαρακτηριστικά της αιρετής Περιφέρειας στο πλαίσιο του “Καλλικράτη”.

1. Τα προβλήματα.

Ας έρθουμε λοιπόν στα πιο συγκεκριμένα, για να δούμε τις βασικές πλευρές της θεσμικής συγκρότησης της αιρετής Περιφέρειας, σε μια προσπάθεια να αναδείξουμε τα προβλήματα, αλλά στη συνέχεια και τις δυνατότητες.

Πρόβλημα 1ο. Οι σχετικές με την αιρετή Περιφέρεια διατάξεις βρίσκονται κατά κύριο λόγο στον “Καλλικράτη” (άρθρα 113 και επόμενα), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα (σημειωτέον ότι ο ίδιος ο Ν. 3852/2010 έχει υποστεί εκτεταμένες τροποποιήσεις από περίπου 40 νομοθετήματα). Παράλληλα, όμως, σημαντικά ζητήματα προβλέπονται και ρυθμίζονται από πλήθος άλλων νομοθετημάτων (λ.χ. η διαχείριση του ΕΣΠΑ εντάσσεται στην αναπτυξιακή νομοθεσία). Ταυτόχρονα, αυτή η πολυνομία, σε συνδυασμό με τη διαρκή, επιλεκτική και κυκλική μεταβίβαση αρμοδιοτήτων μεταξύ του Κράτους, των Περιφερειών και των Δήμων, έχει δημιουργήσει ένα σημαντικό πρόβλημα σύγχυσης αρμοδιοτήτων και ανασφάλειας δικαίου.
π.χ. Το αλαλούμ που είχε προκύψει πριν από – περίπου – 2 χρόνια, όταν καταστράφηκαν τα φανάρια στο κέντρο της Αθήνας, λόγω κάποιων επεισοδίων και χρειάστηκαν 3 μέρες για να διευκρινιστεί αν ήταν αρμόδιος ο Δήμος, η Περιφέρεια ή το Υπουργείο Υποδομών.

Πρόβλημα 2ο. Η εδαφική διάρθρωση των αιρετών Περιφερειών, που εσωκλείουν πλέον πολύ μεγάλες γεωγραφικά και πληθυσμιακά περιοχές, και μάλιστα συχνά ανομοιογενείς μεταξύ τους, σε συνδυασμό με την απουσία θεσμών και μέτρων που θα συνέβαλαν σταδιακά στην άρση των ενδοπεριφερειακών ανισοτήτων και στην καλλιέργεια στους πολίτες ενιαίας περιφερειακής συνείδησης είναι ένας από τους λόγους αποξένωσης των πολιτών από την Περιφέρεια, φαινόμενο το οποίο είναι βέβαια λιγότερο έντονο στην Αττική, αλλά σίγουρα υπαρκτό.
π.χ. Το γεγονός ότι κατά την εκλογή των Περιφερειακών Συμβούλων δεν προβλέπεται καμία απολύτως δυνατότητα του εκλογέα της μίας Περιφερειακής Ενότητας να ψηφίζει και κάποιους Συμβούλους άλλων Περιφερειακών Ενοτήτων.

Πρόβλημα 3ο. Η λειτουργία της αιρετής Περιφέρειας είναι εξαιρετικά συγκεντρωτική, αφού αφ' ενός μεν η εσωτερική κατανομή των αρμοδιοτήτων ενισχύει σημαντικά το ρόλο του Περιφερειάρχη (και δευτερευόντως των Αντιπεριφερειαρχών) και αποδυναμώνει το Περιφερειακό Συμβούλιο, αφ' ετέρου δε το σύνολο των συλλογικών οργάνων, αρχής γενομένης από το ίδιο το Περιφερειακό Συμβούλιο, συγκροτείται πάνω σε μία πλαστή “αυτόματη” πλειοψηφία 3/5, που λαμβάνει ο πρώτος συνδυασμός, όποιο και αν είναι το ποσοστό του. Έτσι, επί της ουσίας ο Περιφερειάρχης ελέγχει απόλυτα το σύνολο των οργάνων της Περιφέρειας, ακόμα και των συμβουλευτικών.
π.χ. Ακόμα και αν στις επόμενες εκλογές στην Περιφέρεια Αττικής οι δύο πρώτοι συνδυασμοί στον α' γύρο πάρουν 17% και 16% αντίστοιχα και στο β' γύρο 50,1% και 49,9%, ο πρώτος συνδυασμός, θα πάρει εκ του νόμου το 60% των εδρών, ενώ ο δεύτερος – παρά την ελάχιστη διαφορά τους – θα πρέπει να μοιραστεί αναλογικά με όλους τους υπόλοιπους συνδυασμούς το εναπομείναν 40%.

Πρόβλημα 4ο. Η παράθεση διάσπαρτων αρμοδιοτήτων, διαχειριστικών στο μεγαλύτερο μέρος τους, καθιστά τη λειτουργία της αιρετής Περιφέρειας σε μεγάλο βαθμό αποσπασματική και εκτελεστική απλώς των κεντρικών κατευθύνσεων, αφού είναι λίγοι οι τομείς στους οποίους η Περιφέρεια έχει τη δυνατότητα να σχεδιάζει ολοκληρωμένη περιφερειακή πολιτική. Έτσι, στην πλειονότητα των περιπτώσεων η αιρετή Περιφέρεια μετατρέπεται από αυτοδιοικητικός θεσμός χάραξης και άσκησης πολιτικής σε απλό ιμάντα μεταβίβασης και υλοποίησης των κυβερνητικών πολιτικών ή σε απλό διεκπεραιωτή διοικητικών και γραφειοκρατικών διαδικασιών.
π.χ. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο στο αρχικό κείμενο του “Καλλικράτη”, στο άρθρο 186, απαριθμούνται 319 (!) επιμέρους αρμοδιότητες της αιρετής Περιφέρειας, χωρίς σε αυτές να περιλάβουμε τις διάσπαρτες σε πλήθος άλλων νομοθετημάτων αρμοδιότητες που ασκούσαν προηγουμένως οι Νομαρχίες ή εκείνες που μεταβιβάστηκαν εκ των υστέρων στις Περιφέρειες. Ωστόσο, από αυτό το εντυπωσιακό αρχικά σύνολο είναι ελάχιστες εκείνες που σχετίζονται με την άσκηση ουσιαστικής και αυτόνομης περιφερειακής πολιτικής. Το μεγαλύτερο μέρος τους είναι του τύπου “χορήγηση αδειών ίδρυσης συσκευαστηρίων νωπών αλιευμάτων”.

Πρόβλημα 5ο. Ακόμα και εκείνοι οι θεσμοί ή τα όργανα που προβλέπονται στον “Καλλικράτη” και θα μπορούσαν να λειτουργήσουν θετικά, είτε έχουν θεσπιστεί με τέτοιο τρόπο που να υπονομεύει εκ προοιμίου τη σύσταση και λειτουργία τους (λ.χ. Περιφερειακός Συμπαραστάτης του Πολίτη) είτε η σύσταση και η λειτουργία τους αφέθηκε στην “αγαθή προαίρεση” των Περιφερειαρχών, οι οποίοι φυσικά – με δεδομένη την πολιτική τους τοποθέτηση – δεν είχαν κανένα λόγο να προωθήσουν θεσμούς όπως η Περιφερειακή Επιτροπή Διαβούλευσης (στις περισσότερες Περιφέρειες συνεδρίασε 1-2 φορές – μόνο όταν ήταν εκ του νόμου υποχρεωτική η γνωμοδότησή της για την κατάρτιση των αναπτυξιακών προγραμμάτων – και πάντοτε εντελώς προσχηματικά και “διακοσμητικά) ή η Περιφερειακή Επιτροπή Ισότητας των Φύλων (που στις περισσότερες Περιφέρειες είτε δεν συστάθηκε καθόλου είτε δεν λειτούργησε και δεν παρήγαγε κανένα έργο).

Πρόβλημα 6ο. Η συγκρότηση του συλλογικού δευτεροβάθμιου οργάνου των Περιφερειών, η Ένωση Περιφερειών, διέπεται επίσης από ένα εξίσου συγκεντρωτικό και αντιδημοκρατικό θεσμικό πλαίσιο, απολύτως πλειοψηφικό, με αποτέλεσμα – ειδικά στη σημερινή της σύνθεση – να μην παίζει κανέναν άλλο ρόλο, πέραν της νομιμοποίησης των κυβερνητικών πολιτικών στο χώρο της περιφερειακής αυτοδιοίκησης.
π.χ. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι το ΚΚΕ, το οποίο στις τελευταίες περιφερειακές εκλογές είχε ποσοστά κοντά στο 10% δεν εκπροσωπείται καθόλου στο Δ.Σ. της Ένωσης Περιφερειών.

2. Οι δυνατότητες.

Όλα τα παραπάνω – καθώς και πολλά άλλα που θα μπορούσα ενδεχομένως να παρουσιάσω, αν είχαμε περισσότερο χρόνο, σε σχέση λ.χ. με τους Κανονισμούς Λειτουργίας των Περιφερειακών Συμβουλίων, την άσκηση εποπτείας επί των Περιφερειών, τη συνύπαρξη με τις κρατικές Αποκεντρωμένες Διοικήσεις κ.λπ. – είναι τα σημαντικότερα προβλήματα που αναδείχθηκαν από την πρώτη θητεία των αιρετών Περιφερειών. Προβλήματα τα οποία, όπως ήδη επισήμανα, σχετίζονται μεν με το θεσμικό πλαίσιο που καθιέρωσε ο “Καλλικράτης”, δεν εξαντλούνται όμως σε αυτό. Η τελική επιλογή και ευθύνη για τον τρόπο με τον οποίο πολιτεύτηκαν τα τελευταία 3,5 χρόνια ανήκει στους αιρετούς, στους Περιφερειάρχες της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ.
Ας δούμε, λοιπόν, αντίστροφα, κάποιες από τις πιο σημαντικές δυνατότητες της αιρετής Περιφέρειας, τις οποίες θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν οι αιρετοί της Αριστεράς, ακόμα και υπό το ισχύον καθεστώς, προκειμένου να δώσουν τελείως άλλο, ουσιαστικό, αγωνιστικό και δημοκρατικό περιεχόμενο στο θεσμό, με γνώμονα και την αρχή που ανέφερα νωρίτερα : “Ό,τι δεν απαγορεύεται, επιτρέπεται”.

Δυνατότητα 1η. Πολύ συχνά οι νυν Περιφερειάρχες, οχυρωνόμενοι πίσω από τις αρμοδιότητες που τους παραχωρεί ή δεν τους παραχωρεί τυπικά ο νόμος, απέφυγαν να παίξουν τον πολιτικό ρόλο τους, ως εκπρόσωποι των τοπικών κοινωνιών. Το πρώτο λοιπόν που πρέπει να έχουν υπόψη τους και να τονίζουν σε κάθε ευκαιρία οι υποψήφιοι της Αριστεράς, αλλά και να το υλοποιήσουν μετά την εκλογή τους, είναι το γεγονός ότι οι αιρετές Περιφερειακές Αρχές έχουν ευρύτατη άμεση και καθολική δημοκρατική νομιμοποίηση. Εξάλλου, με δεδομένη τη συνταγματική κατοχύρωση του τεκμηρίου αρμοδιότητας υπέρ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης για τη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων και της αρχής της αυτονομίας, οι Περιφερειάρχες της Αριστεράς μπορούν να επιτελέσουν ουσιαστικό πολιτικό ρόλο, εκπροσωπώντας τους πολίτες και την Περιφέρειά τους σε όλα τα μικρά και μεγάλα ζητήματα, σε συνεργασία αλλά και σε σύγκρουση, όπου χρειάζεται με το κεντρικό κράτος.
Για παράδειγμα, ο “Καλλικράτης” αναφέρει μεταξύ των αρμοδιοτήτων των αιρετών Περιφερειών και την “παρακολούθηση και επισήμανση στους αρμόδιους φορείς ζητημάτων, που αναφέρονται στη λήψη των αναγκαίων μέτρων προς βελτίωση του επιπέδου ζωής των πολιτών”. Όπως είναι προφανές, το πλαίσιο ανάγνωσης και ερμηνείας της αρμοδιότητας αυτής είναι ευρύτατο και εξαρτάται από την πολιτική βούληση της κάθε περιφερειακής αρχής το πώς θα την ασκήσει. Θα περιοριστεί σε αναφορές για δευτερεύοντα και τριτεύοντα ζητήματα προς τους Υπουργούς; Ή θα πρωτοστατήσει στην ανάπτυξη και αγωνιστική διεκδίκηση ενός ευρύτατου πλαισίου που μπορεί να ξεκινά από τοπικά προβλήματα της καθημερινότητας και να αγγίζει ακόμα και μεγάλα κοινωνικά, περιβαλλοντικά ή και πολιτικά προβλήματα;

Δυνατότητα 2η. Η σημαντικότερη ίσως πτυχή της δραστηριότητας των Περιφερειών είναι αυτή που σχετίζεται με τον αναπτυξιακό ρόλο τους. Υπό τις παρούσες διοικήσεις τους οι Περιφέρειες περιορίστηκαν στη διαχείριση του ΕΣΠΑ, απλά υποκαθιστώντας στη θέση αυτή τις παλιές κρατικές Περιφέρειες και αργότερα Αποκεντρωμένες Διοικήσεις.
Το σκέλος όμως του δημοκρατικού αναπτυξιακού περιφερειακού σχεδιασμού περιλαμβάνει πολλά περισσότερα και μία τελείως διαφορετική αντίληψη. Λόγου χάρη, ακόμα και σε αυτό το θεσμικό πλαίσιο, τίποτα δεν εμποδίζει τον Περιφερειάρχη να πραγματοποιήσει ουσιαστική και σε βάθος διαβούλευση του αναπτυξιακού σχεδιασμού της περιοχής του ή να εγκαθιδρύσει μία σταθερή σχέση συνεργασίας της Περιφέρειας με τα πανεπιστήμια, τα ΤΕΙ και τα υπόλοιπα δημόσια ερευνητικά κέντρα της περιοχής, ώστε ο περιφερειακός σχεδιασμός να έχει στέρεες επιστημονικές βάσεις, να ενσωματώνει και να στηρίζει την καινοτομία κ.λπ. Τίποτα δεν εμποδίζει το Περιφερειακό Συμβούλιο να συζητά διαρκώς, να ελέγχει, να αξιολογεί και να επικαιροποιεί τόσο το πλαίσιο διαχείρισης του ΕΣΠΑ όσο και ευρύτερα τις αναπτυξιακές πολιτικές της Περιφέρειας. Τίποτα, τέλος, δεν εμποδίζει την Περιφερειακή Επιτροπή Διαβούλευσης – είτε με την τυπική της μορφή, όπως προβλέπεται στον “Καλλικράτη” είτε με πολύ ευρύτερη σύσταση, που να περιλαμβάνει το σύνολο των παραγωγικών φορέων, αλλά και άλλων συλλογικοτήτων, κινημάτων και φορέων της κοινωνίας των πολιτών της περιοχής – να συλλέγει στοιχεία για τα οικονομικά και κοινωνικά μεγέθη της Περιφέρειας, να αναζητά συγκλίσεις πάνω στα μεγάλα θέματα που αφορούν την περιοχή, να σχεδιάζει και να προτείνει προς την Περιφέρεια πολιτικές και δράσεις.

Δυνατότητα 3η. Η τελευταία δυνατότητα στην οποία θέλω να αναφερθώ – χωρίς φυσικά να έχω εξαντλήσει ούτε στο ελάχιστο τις δυνατότητες που έχουν οι αιρετοί της Αριστεράς να αλλάξουν ριζικά το τοπίο στη δευτεροβάθμια αυτοδιοίκηση – έχει να κάνει με τον κοινωνικό ρόλο τους. Συνήθως, η δυνατότητα της Περιφέρειας να ασκεί κοινωνική πολιτική παραγνωρίζεται, αφού οι κοινωνικές δράσεις θεωρούνται πεδίο που κατ’ εξοχήν ανήκει στον πρώτο βαθμό αυτοδιοίκησης. Πράγματι, έτσι είναι αν κανείς περιοριστεί στο να διαβάσει τον «Καλλικράτη» κατά γράμμα, αφού εκεί δεν θα βρει παρά λίγες και διάσπαρτες αρμοδιότητες της Περιφέρειας που να σχετίζονται με την κοινωνική πολιτική. Ωστόσο, η πραγματικότητα δεν είναι έτσι. Πρώτα απ’ όλα, ο ίδιος ο «Καλλικράτης» δίνοντας τη δυνατότητα στην Περιφέρεια να προτείνει μέτρα για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών ή να υλοποιεί προγράμματα για την καταπολέμηση της ανεργίας, επομένως δίνει θεσμικά ερείσματα στην Περιφερειακή Αρχή να αναπτύξει σημαντική κοινωνική δράση – εφ’ όσον φυσικά διαθέτει την πολιτική βούληση. Και βέβαια, ακόμα παραπέρα, ο «Καλλικράτης» δεν απαγορεύει πουθενά το να παρέχει η Περιφέρεια υποστήριξη στις δομές αλληλεγγύης της περιοχής της, στα ισχύοντα βέβαια πλαίσια για τη διάθεση των ούτως ή άλλως περιορισμένων πόρων της. Πουθενά δεν απαγορεύει το να εντάξει η Περιφέρεια στον αναπτυξιακό της σχεδιασμό και στο επιχειρησιακό της σχέδιο την κοινωνική διάσταση, ιεραρχώντας ως πρώτη προτεραιότητα μέτρα, έργα και δράσεις που θα καταπολεμήσουν την ανεργία, θα ανακουφίσουν την ακραία φτώχεια, θα εξασφαλίσουν την πρόσβαση όλων των πολιτών στις αναγκαίες υπηρεσίες δημόσιας παιδείας, υγείας κ.λπ.

Συντρόφισσες και σύντροφοι,
Κλείνοντας, θα ήθελα να σας πω μόνο δυο λόγια, ως συμπέρασμα αν θέλετε. Όσα ανέφερα και πολλά άλλα που θα μπορούσα να προσθέσω αποδεικνύουν, νομίζω, περίτρανα ότι σε τελική ανάλυση όλα – ακόμα και το νομικό και θεσμικό πλαίσιο – είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό θέμα πολιτικής βούλησης. Και γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό – χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ούτε ότι αποδεχόμαστε τον «Καλλικράτη» ούτε ότι δεν έχουμε εμπιστοσύνη στην ορθότητα και την πληρότητα της δικής μας αντιπρότασης – να αναδείξουμε και στην προεκλογική περίοδο και κατά τη διάρκεια της θητείας των συντρόφων μας στα περιφερειακά συμβούλια ότι, πράγματι, αλλιώς διοικεί την Περιφέρεια Αττικής ο μνημονιακός και αλλιώς ο αντιμνημονιακός Περιφερειάρχης, αλλιώς ο προοδευτικός, δημοκράτης, αριστερός και αλλιώς ο αυταρχικός, νεοφιλελεύθερος, δεξιός Περιφερειάρχης. Έχω τη γνώμη ότι η θητεία των συντρόφων μας στο τιμόνι των Περιφερειών της χώρας, εκτός από το πολιτικό της μήνυμα, εκτός από την ανακούφιση που θα δώσει στα προβλήματα των πολιτών, μπορεί να αποτελέσει και σταθμό στην ίδια τη θεσμική πορεία και στην ιστορική διαδρομή της δευτεροβάθμιας αυτοδιοίκησης.

Καλούς αγώνες λοιπόν και με τη νίκη.

Σας ευχαριστώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου